ΙΛΙΑΔΑ*

ΣΤΑΘΗΣ ΛΙΒΑΘΙΝΟΣ

Εχθές βράδυ, βρεθήκαμε στην τελευταία παράσταση της ΙΛΙΑΔΑΣ, του ομώνυμου ομηρικού έπους που ξετύλιξε σχεδόν ανέγγιχτο στον χώρο της Πειραιώς 260 / Δ’ ο σκηνοθέτης Στάθης Λιβαθινός, συνεπικουρούμενος από 15 ερμηνευτές και μουσικούς. Για πέντε ολόκληρες ώρες, εμπρός στα μάτια μας αναδύθηκαν και πυκνώθηκαν, πήραν σάρκα και οστά και αυθύπαρκτο δραματικό λόγο, οι τέσσερις μάχιμες ημέρες που συνιστούν τον πυρήνα ολόκληρου του Τρωικού πολέμου

livathinos_685x300

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Η ΙΛΙΑΔΑ αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα ελληνικού λόγου και ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η βραβευμένη όμως μετάφραση του Μαρωνίτη, αναζωογονεί τον αρχαίο λόγο και τον εκτοξεύει σε μοναδικά ύψη αισθητικής καλλιέπειας. Χρησιμοποιώντας γλωσσικά στοιχεία από σύνολη την γλωσσική μας παράδοση, αποδεσμεύεται από τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο και αρθρώνει τον ομηρικό λόγο σε ένα ιδιότυπο μόρφωμα νεωτεριστικής γλώσσας, που, χωρίς αστόχαστα πυροτεχνήματα και περιττούς εντυπωσιασμούς, απορροφά την χαμένη μουσικότητα του ραψωδού και την αναπλάθει σε ένα παλλόμενο ηχητικό μοτίβο που διατρέχει το έπος, λέξη προς λέξη, στίχο προς στίχο. Ο μυσταγωγούμενος ακροατής/θεατής , παρακολουθεί την εξέλιξη του επικού ρυθμού που, ξεκινώντας από τις υστερικές κραυγές δυο ανδρών αντιμαχόμενων για τα κάλλη μιας γυναίκας, της Χρησηίδας, ανδρώνεται σε ιαχή πολέμου στο πεδίο της μάχης ώσπου κορυφώνεται σε βαθύ, ακατάληπτο αλαλαγμό πένθους, σε μια μάχη που δεν έχει κερδηθεί από κανέναν. Επιμένω στο κείμενο γιατί εχθές βράδυ επί σκηνής, ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές. Εξάλλου οι ηθοποιοί τα κατάφεραν περίφημα στην εκφορά του ομηρικού λόγου με τρόπο διαυγή, καθαρό, την παράσταση όμως έκλεψε η συγκλονιστική απόδοση της Μαρίας Σαββίδου (ως Θέτιδος και ως αφηγήτριας) και του Γεώργιου Χριστοδούλου (Αχιλλεύς, αφηγητής).

i-epiki-iliada-epistrefei-deka-parastaseis

ΤΟ ΕΡΓΟ

Το θέατρο, κινείται ανάμεσα σε δυο μεγάλους βασικούς πόλους: την κωμωδία και το δράμα. Πριν από αυτά και πάνω από αυτά, γεννήθηκε και υπήρξε στην κοσμογονία της λογοτεχνίας ένα αρχετυπικό είδος: το έπος, ένα πυκνό ιδίωμα δραματικών και κωμικών στοιχείων, που έχει την μορφή μονολόγου. Στην βασική του μορφή, ο ραψωδός στέκεται μονάχος απέναντι στο κοινό και διηγείται »τὰ πάθια κι τούς καημούς τοῦ κόσμου». Έχοντας στον νου του την βασική δομή του έπους (με τα νευραλγικά σημεία της ιστορίας), αυτοσχεδιάζει και εξυφαίνει τον δικό του μύθο μπροστά στα μάτια των θεατών, προσπαθώντας να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον τους. Κινείται, αλλάζει την φωνή, κάνει γκριμάτσες, χτυπάει μια ράβδο στο χώμα και με αυτό δίνει τον ρυθμό στην αναπαράσταση του έπους. Πρόδρομος του ηθοποιού, ο ραψωδός στέκεται καταμεσίς του κοινού και απαγγέλλει. Πως, λοιπόν, μπορεί να αποδοθεί μια τέτοια κατασκευή με σύγχρονους θεατρικούς όρους και να διανεμηθεί ο λόγος ισοβαρώς ανάμεσα σε κινούμενους, παίζοντες ηθοποιούς;

Ο κ. Σ. Λιβαθινός, ξεδιαλύνει τα θεατρικά/δραματικά από τα αφηγηματικά μέρη και τοποθετεί την σκηνική δράση στα πρώτα. Ο (δραματικός και αφηγηματικός) λόγος εναλλάσσεται από στόμα σε στόμα σαν βέλος που διασχίζει την μάχη και στα μάτια των θεατών, δεν μπορείς να διακρίνεις ποιος είναι ο ήρωας και ποιος ο ραψωδός, ποιος παίζει και ποιος αφηγείται. Η μονοπρόσωπη δομή της αφήγησης μεταλλάσσεται σε πολυπρόσωπη και πλουραλιστική απεικόνιση της Μάχης, θυμίζοντας τον (υστερόχρονο) Σειλινό που συνδιαλέγεται με τον αρχαίο χορό.

Έπειτα, ο σκηνοθέτης επιδίδεται σε μια ακόμα πιο βαθειά ανάπλαση του έπους: εντοπίζει τα τραγικά από τα κωμικά στοιχεία, απομονώνει τους δισσούς λόγους των ηρώων και κομμάτι κομμάτι, μεταποιεί την Ιλιάδα στην ΙΛΙΑΔΑ,  μεταμορφώνει το έπος σε ένα υβριδικό θεατρικό αριστούργημα με δραματολογικό ύφος.  Για να το πούμε αλλιώς, σπάει την Ιλιάδα κομμάτι κομμάτι και συνταιριάζει προσεκτικά τα σανίδια σε μια νέα κατασκευή που σαν Δούρειος Ίππος εισέρχεται καμουφλαρισμένος, ως έργο πια και όχι ως έπος, στην θεατρική πραγματικότητα. Υπό την έννοια αυτή, ο κ. Λιβαθινός δεν είναι άλλος από Οδυσσέας, πολύτροπος, ένας πραγματικός »τεχνίτης της τέχνης του».

Βέβαια, η υβριδοποίηση αυτή δεν φτάνει στον βαθμό της απόλυτης ταύτισης. Τα κλασσικά θεατρικά έργα, είναι γραμμένα έτσι, ώστε να εισχωρούν στις βαθύτερες στοιβάδες του συναισθήματος, να προσκαλούν τον θεατή να συν-πάθει, να κλονιστεί, να συντριβεί και εν τέλει, να καθαρθεί. Η Ιλιάδα όμως, δεν είναι έτσι. Στόχο έχει να συνεπάρει τον ακροατή, να τον μαγέψει, να τον τρομάξει, να τον κλονίσει και στο τέλος να τον αφήσει μετέωρο, »αδόξευτος κι αλάβωτος από χαλκό, να τρέχει στη μέση εκεί, με παραστάτισσα την Αθηνά Παλλάδα». Γι’ αυτό η Ιλιάδα δεν προσφέρεται για εσωτερική συγκίνηση και κάθαρση, αλλά για εκρήξεις του θυμητικού και θλιμμένο στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα και στα θεία, πράγμα ουσιωδώς διαφορετικό. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο, όσο και αν με κλόνισαν οι σκληρές εικόνες της Τροίας ( » άπονη η πέτρα, σύντριψε τους τένοντες, έλιωσε τα οστά, έπεσε ανάσκελα στο χώμα εκείνος έτεινε το δυο του χέρια στους συντρόφους, όλα τα σπλάχνα του χυθήκανε στο χώμα» ), πολύ λίγες με συγκίνησαν ( η σκηνή με το φάντασμα του Πατρόκλου και τον Αχιλλέα).

Ίσως γι’ αυτό, ο επίλογος του έργου κλείνει με ένα δεκανίκι: την – συγκλονιστική – απαγγελία του ποιήματος Τρώες του Κ. Καβάφη, που οδηγεί στην κορύφωση του δράματος και την συναισθηματική πύκνωση.

iliada-3_600x315

Η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ / ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ / ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Πέραν της δραματοποίησης της Ιλιάδος, η σκηνοθετική επιμέλεια ήταν πολύ καλή. Κατά την γνώμη μου όμως, κάποιες σκηνές ήταν λιγάκι αδύναμες σκηνοθετικά και χρειάζονταν περισσότερη οπτικοποίηση και δραματοποίηση. Μπορεί να μην είμαι ειδικός θεάτρου ή σκηνοθεσίας, αλλά διέκρινα πολλά έξυπνα τρικ σκηνοθεσίας, που διατηρούσαν αμείωτη την ένταση, όπως η σκηνή με τα μπαλόνια, οι Πύλες της Τροίας, οι πολεμικές σκηνές με τους μαχόμενους »χορευτές», τα »αδειανά πουκάμισα» που χάνονταν στην μυλόπετρα του πολέμου, η χρήση του νερού και η σκηνή κατάρρευσης μέσα από τα λάστιχα, τον εγκαταλελειμμένο χώρο και τις αδειανές καρέκλες. Ευφυέστατο τέχνασμα, όταν ο Δίας καλείται να βάλει στην ζυγαριά τους δυο αντιπάλους για να’βρει ποιος θα πρέπει να κερδίσει, οπτικά αποδίδεται με δυο μπαλόνια: η ζυγαριά »γέρνει» προς την πλευρά των Αχαιών, ενώ το μπαλόνι που αντιστοιχεί στο Ίλιον, ανελίσσεται προς την στέγη, γεμάτο ήλιον. Συγκλονιστική σκηνή επίσης, όταν ο Πρίαμος έρχεται στον Αχιλλέα για να ζητήσει την σορό του υιού του και του προσφέρει άπειρα λάφυρα της Τροίας ενώ επί σκηνής, του προσφέρει μια σκουπιδοσακούλα, γέρας μιας πόλης που επίκειται να συντριβεί. Ίσως τα κοστούμια να ήθελαν λιγάκι παραπάνω δουλειά, αλλά το έντονο μιλιταριστικό στοιχείο »έδενε» με το λιτό σκηνικό ερημωμένου γκαράζ.

a3

ΗΘΟΠΟΙΟΙ

Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν σε όλους τους ηθοποιούς που μπόρεσαν όχι μόνο να μάθουν αυτολεξεί την Ιλιάδα, αλλά και να παίζουν με αμείωτη δύναμη επί 5 ώρες. Δεν ήταν βέβαια όλοι ισοδύναμοι, αφού κάποιοι έλαμψαν στην ερμηνεία τους (ιδίως, Θέτις, Αχιλλέας, Δίας, Πρίαμος, Πάρης, Έκτορας, Ποσειδών, Οδυσσέας, Μενέλαος) ενώ κάποιοι άλλοι, μάλλον ήθελαν περισσότερη δουλειά. Η ενορχήστρωση όμως του λόγου, η συνεχής εναλλαγή από ήρωας σε αφηγητής και τούμπαλιν, η ανταλλαγή φράσεων λέξη – λέξη, η έκφραση με κινησιολογικές αναφορές – ενίοτε, κάπως υπερβολικές για ασήμαντα νοήματα –  (σημειωτέον, είχαν προετοιμαστεί από Ειδικό σε πολεμικές τέχνες Μοναχό Σαολίν!) έδινε ένα θεαματικό αποτέλεσμα. Βέβαια σε λίγες σκηνές, ένιωθες πως επρόκειτο περισσότερο για »μπουλούκι» ηθοποιών παρά οργανωμένο σύνολο (πράγμα αναπόφευκτο σε 5 ώρες), ευτυχώς όμως αυτό δεν εμφανίστηκε συχνά. (*Περαστικά, στην ηθοποιό που μάλλον χτύπησε το πόδι της στις τελευταίες σκηνές).

Ειδική μνεία χρειάζεται για την μοναδική μουσική που συνταίριαζε με σύγχρονους και παραδοσιακούς ήχους όλα τα παραπάνω στοιχεία και ανέσυρε από τα βάθη της μουσικής μας παράδοσης τις πολεμικές μουσικές της λύρας και των κρουστών.

IMG_0196

ΤΕΛΟΣ

Εν κατακλείδι, ήταν μια πολύ καλή παράσταση. Οι συντελεστές είχαν στα χέρια τους έναν τεράστιο όγκο εργασίας αλλά μπόρεσαν εκτός από την ποσότητα, να προσφέρουν και ποιότητα. Όχι αψεγάδιαστη, βέβαια, αλλά τίποτα δεν είναι τέλειο. Οι 5 ώρες πέρασαν ευχάριστα και εμένα προσωπικά, δεν με κούρασαν. Τους αξίζουν συγχαρητήρια σε κάθε περίπτωση (το χειροκρότημα ήταν πολύ και μεγάλο) για την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλαν και τον σεβασμό που επέδειξαν απέναντι στον Όμηρο.

Το τέλος της ΙΛΙΑΔΑΣ, με άφησε με μια αίσθηση συναισθηματικού κενού και ανθρώπινης πίκρας. Ο μελωδικός ρυθμός κλωθογύριζε μες στο μυαλό μου ώρες μετά και αντανακλούσε μέσα μου, τις σκηνές της ανθρώπινης ματαιότητας. Ίσως η Ιλιάδα, να’ναι από μόνη της μια σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση. Τίποτα δεν έχει αξία και όμως όλα έχουν αξία. Ήρωες ξεδιπλώνουν μέσα τους ανθρώπους χιλιάδες και μόλις τους αγκαλιάσει ο θάνατος ξεφουσκώνουν σε κενά πουκάμισα. Η ίδια η Ωραία Ελένη, αιτία τόσων φόνων εξατμίζεται και χάνεται σαν την εφήμερη δροσοσταλίδα. Και ο πλέον άκαμπτος μαχητής λυγίζει μπρος στον θάνατο. Πάλεψαν ποτέ ο Αχιλλέας και ο Έκτορας; Όχι, δεν πάλεψαν. Στο πεδίο της Τροίας δεν αντιμάχονταν ήρωες, αλλά οι μοίρες ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η ειμαρμένη βραχύβια φύση μας, το άδικο της τύχης και το ανορθόδοξο δίκαιο των Θεών. Στις στιγμές των μεγάλων πολέμων, όλα τα ανούσια χάνονται και μένουν τα πιο πυκνά, τα πιο μεστά μας υλικά: το νείκος και η φιλία, η νέμεσις και η τήσις.  Αλλά και αυτά, ίσαμε και αυτά χάνουν την ουσία τους, σαν μας κυκλώσουν οι νεφέλες του θανάτου. Γιατί η σκηνή του Αχιλλέα που προσπαθεί να πιάσει το φάσμα του Πατρόκλου, είναι κάτι παραπάνω από αυτό: είναι η ίδια η ωκύμορη ανθρωπότητα που φευγαλέα αγγίζει την αθάνατη αιωνιότητα.

prt_400x300_1372447807

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s