The tettix song

 

«ΣΩΚΡΆΤΗΣ: Να, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες. Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί απ’ αυτούς τότε τους ανθρώπους τα χάσανε από την τέρψη, που τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιουν και, χωρίς να το νοιώσουν, πεθάνανε. Απ’ αυτούς γεννήθηκε από τότε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχη αφ’ ότου γεννηθή καμμιά ανάγκη για τροφή, αλλά, χωρίς να τρώη και να πίνη, ν’ αρχίζη ευθύς να τραγουδάη ως που θα πεθάνη, κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνη είδηση ποιος από τους ανθρώπους εδώ κάτω ποιαν απ’ αυτές τιμάει. Και να, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοι την ετίμησαν, κάνουν προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη, και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν μ’ ερωτικά τραγούδια· όμοια και στις άλλες κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει στην κάθε μια. Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη, και στην Ουρανία, που έρχεται έπειτα απ’ αυτήν, αγγέλλουν εκείνους που περνούνε τη ζωή τους με φιλοσοφία και που τιμούν εκείνων την τέχνη. Αυτές δα είναι που πιο πολύ απ’ όλες τις Μούσες, έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους, και των θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφώτερη φωνή. Για πολλές δα λοιπόν αιτίες πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να κοιμόμαστε το μεσημέρι.» 

Πλάτωνος Φαίδρος 258d–259d
Μτφρ. Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος

 

Στον αυλόγυρο του σπιτιού υποδέχονταν τους επισκέπτες δυο πελώριοι βασιλικοί, φύλακες της εστίας από κάτι ανεπιθύμητα πνεύματα. Τριγύρω στο ασβεστωμένο σπίτι, ένα ανθισμένο γιασεμί, δυο παραθυρόφυλλα ανοιχτά φαρδιά πλατιά, μία κουρτίνα κάτασπρη που χορεύει στον ρυθμό του αέρα, το παγωμένο νερό στο τραπέζι, κάτι μυρμήγκια στην αυλή φορτωμένα ένα σπυρί σιτάρι και παντού απλωμένο ένα κάτασπρο, αμείλικτο μεσημέρι.

Την απόκοσμη τούτη σιγαλιά, έσπαγαν μονάχα οι παράλληλοι θρήνοι των στρατιών τζιτζικιών. Καλυμμένοι στο πλάτος της ροζιασμένης ελιάς, προοικονομούσαν το τέλος του θέρους. Σε μία απόπειρα αυτοκτονική, καλούσαν τον έρωτα και τον θάνατο, το ταίρι και τον θύτη τους, τον δυνάστη ή τον λυτρωτή, να τους σώσει απ’ το αμετακίνητο, μονότονο καλοκαίρι. Ο ήλιος προχωρούσε κι άλλο στο στερέωμα, έτσι που τα φύλλα της ελιάς έλιωναν ασημένια σαν κινούμενες σφαίρες.

Παρατηρώντας τα τζιτζίκια, θυμήθηκε το φρικτό παιχνίδι που έπαιζε μικρός με τα παιδιά του χωριού. Έπιαναν, λοιπόν, τα τζιτζίκια που έσκουζαν στα χέρια τους, σαν ξυπνητήρι έτοιμο να εκραγεί· έδεναν, έπειτα, τα πόδια τους, σε μία χοντρή κλωστή και τριγύρω στο κορμί τους έδεναν ένα σπίρτο· όταν τελείωνε τούτο το ανόσιο κατασκεύασμα, έδεναν την κλωστή στο κλαδί της ελιάς και άναβαν το σπίρτο· μες στο θερινό λυκόφως, ο τζίτζικας λαμπάδιαζε σαν φανάρι· η μικρή πύρινη σφαίρα γύριζε σαν μανιακή γύρω απ’ το δέντρο και ο τρομερός βόμβος του τζίτζικα σαν επιθανάτιος ρόγχος ανακατεβόταν με το ερωτικό του κάλεσμα σ’ένα μεταφυσικό κρεσέντο που ενωνόταν με τα άκαρδα γέλια των παιδιών, που εξασκούσαν το μέσα τους τέρας· όταν κάποια στιγμή το τζιτζίκι σταματούσε τον θρήνο του, εξαντλημένο, τρελαμένο ή νεκρό, τα παιδιά προχωρούσαν να βρουν το επόμενο θύμα τους με φωνές και γέλια. Το επόμενο τζιτζίκι, καλά κρυμμένο στην γη για χρόνια δεκαεπτά, περίμενε να ελευθερωθεί για να παραδοθεί στους βασανιστές του.

Τώρα πια, μονάχα σιωπή. Το απόγευμα εκείνο, περπατούσε μόνος του για τελευταία φορά στο πατρικό του χωράφι, γεμάτο ελιές, πέτρες και πρίνους. Ο ήλιος έψηνε βασανιστικά τον αυχένα του όπως η μοδίστρα περνάει το βελόνι στο κέντημα, κι ο δρόμος άνοιγε μπροστά του κακοτράχαλος, γεμάτος σκόνη. Στο βάθος, οι οροσειρές απλώνονταν σαν γαλάζιο σεντόνι που έκρυβε το προσκεφάλι της θάλασσας. Ο ουρανός μεταλλένιος δεν προέδιδε μήτε υποψία βροχής. Αφημένος. Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησε, κάθισε κάτω από μια ελιά για να σκεφτεί.

Υπάρχει κάτι ποιητικό στις τελευταίες στιγμές του ανθρώπου. Οι στιγμές μπερδεύονται σε μία συστοιχία εικόνων και όλα αποκτούν ένα καθαρά αρθρωμένο νόημα. Γερασμένος και κατάκοπος, αναμεσίς στις ελιές που μεγάλωσαν μαζί του, γνώριζε καλά την προδιαγεγραμμένη τροχιά του στον χρόνο. Σ’αυτό τον τρόπο απόδοσης κοσμικής δικαιοσύνης, η σκηνή είχε τεθεί προσώρας.  Τώρα πια, καταλάβαινε ότι αυτός ήταν το τζιτζίκι. Έπλεξε το σκοινί στο γνώριμο κλαδί, προσέχοντας να μην πονέσει τα ολοτσάκιστα φτερά του. Κοιτώντας γύρω του, ήξερε πως ο χώρος που του τάχθηκε από παιδί, ήταν ετούτη η μικρή ακτίνα μες στην οποία χόρευαν τα πυριφλεγέθη τζιτζίκια. Η κλωστή του είχε πιά γίνει θηλιά στον λαιμό του. Ο ήλιος υπέρλαμπρος, τυρρανικός, έκαιγε τα πάντα στο διάβα του. Η σκιά του φώτιζε σαν υπέρλαμπρο αστέρι.

Μες στο λευκό απομεσήμερο, η μόνη συντροφιά στο τέλος του ήταν ο θρήνος των τζιτζικιών. Τον υποδέχθηκαν σαν γνώριμο παλιό τους φίλο που ακοιμήθηκε στο τραγούδι τους γλυκά το μεσημέρι.

 

2dc9014ebcc7b07bb9bb8202a7a5cf19

Cicada / woodcut print, Kent Ambler, USA

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s